Μπακουρο-blogo-φιλοι ή το ελιξήριον της νεότητος

Αχ αυτός ο Πήτερ Πάν… Τον είχα ιδεί το 1956 , Πήτερ Παν - Walt Disney, από τα πρώτα
Μίκυ-Μαους, όπως τα έλεγαν τότε, εποχή που όποιος είχε ραδιόφωνο άκουγε καθημερινά
‘’τα καβουράκια’’ του Τσιτσάνη και το άλλο σουξέ, το ‘’Γαρύφαλλο στ’ αφτί’’ του Χατζιδάκι,
που αργότερα αν δεν κάνω λάθος το αποκήρυξε, αλλά ο κόσμος είχε ξεσκιστεί να τα τραγουδάει,
όταν δεν κατέβαινε στην Ομόνοια να διαδηλώσει για το Κυπριακό. Εκεί δεν τραγουδούσε,
φώναζε μόνον τα συνθήματα, ο Μίκης δεν είχε ανατείλει ακόμα, ούτε και ο Kάρολος. Orff.
Εμένα πάντως, μετά που είδα τον Πήτερ Πάν, με έτρεχε η μάνα μου στους δερματολόγους,
είχα ξύσει απ’ όλα τα Χριστουγεννιάτικα αστεράκια του δέντρου τη χρυσόσκονη και την
έτριβα στα μαλλιά όπως ο Πήτερ Πάν και χτύπαγα τα πόδια στο τσιμέντο περιμένοντας
να πετάξω. Αχ, Rosebud…
Που θέλομεν τώρα να καταλήξομεν, και να πούμε τι? Είμασταν πέντε. Τον καιρό του Μάη
του ’68, όταν ο Κον-Μπέντιτ προετοίμαζε το αισχρό του μέλλον, η Οριάνα Φαλάτσι
την χλευώδη υστεροφημίαν της, ο Φιντέλ Κάστρο τον αιματηρόν του εναγκαλισμόν
μετά του Παπός, οι Μπήτλς την Γιόκο Όνο, και μόνον ο Μάο, άξιος οδηγητής, προέβλεπεν
ορθώς το μέλλον και κολυμβών ως Γιέζους Κρίστους Σούπερ στάρ άνωθεν του ρεύματος
του Γιάγκ-Τσέ-Γιάγκ υπεδείκνυεν αλληγατορικώς εις τους εθνοφρουρούς το ανέκδοτον της
εποχής
- Μαμά, είναι μακριά η Αμερική?
Και ο Σαββόπουλος δεν ξέρω ούτε ΄γω τι έκανε. Λέγω! 1968. Μ’ακούεις Λεονάρδε Κόεν?
Σκάσε ανόητε! Καλά, σκάω, πάμε παρακάτω.
Τον μήνα Αύγουστο άπαντες, και οι πέντε, διακοπεύαμε στο σπίτι του ενός, του Γκέτζ,
[ εκ του Βαρώνος Γκατζώλιο Σισιλιάνο] στον Αη-Γιάννη. Τότε και το απεικόνισα με τα
σπασμένα τα παστέλ, τώρα και την ποστάρω την εικόνα του. Τότε η αυλή του είχε στρώση
με πλάκες Πηλίου, τώρα είναι τσιμεντωμένη. Τότε κανένας μας δεν έψαχνε να μάθει τι
καπνό φουμάρει ο άλλος , τον δέχονταν σε όποιον ρόλο ήθελε αυτός να παίζει, τώρα το
ψάχνει ο καθένας μας να κάνει ψυχανάλυση σε ζωντανούς και πεθαμένους. Και μέναμε εκεί
και την περνούσαμε ωραία και καλά, σε ένα Πήλιο που μόλις είχε ιδεί την άσφαλτο και
Γερμανούς τουρίστες, χωρίς αμπά, χωρίς βαμπά, χωρίς μουντού και γκάγκα. Και παίζαμε
την πόκα μας καταμεσής στον παραλιακό δρόμο του Αη-Γιάννη κάθε απόγεμα, και το
βολτάραμε κάθε βραδάκι φορώντας σεντόνια, για να ακούμε την επαύριο στα καφενεία πώς
ήρθαν σεισμολόγοι από τη Σουηδία και μελετάνε την παλίρροια. Αυτά κάναμε αντίς να
οργανωθούμε σε καμιά αντιστασιακή ώστε να έχομεν και μείς μιαν αξιοπρεπή καριέρα
στην μεταπολίτευση.
Μια βραδιά που λέτε, ο δια του εξαφανιζόλ εξαφανισθείς Βασίλης ή Παλάντζας, που
αγαπούσε μια συμφοιτήτρια του, την Φρίντα, και ήταν ο πλέον σοβαρός, λιγόλογος και
αμίλητος , εκεί που παίζαμε την πόκα μας στο ξύλινο τετράγωνο τραπέζι κάτω από τον
γυμνό κρεμάμενο λαμπτήρα, σηκώνεται, παίρνει μια μισόκιλη Μαλαματίνα και την
κατεβάζει απνευστί σαν καμι-κάζε, σαν φλεβοτόμος, σαν Βοκκάκιος κι ενώ εμείς οι
υπόλοιποι του λέγαμε με το ένα μάτι μπράβο-άξιοοος, και με το άλλο κλέβαμε τα φύλλα,
μπάμ! οριζοντιώνεται τάβλα στο πάτωμα ξερός και κόγκολος. Έπεσε αλύγιστος σαν
φουρναρόξυλο κατά πίσω, το θυμάμαι σαν τώρα.
Ο Παλάντζας, που ως προείπα ήταν ο πιο σοβαρός από όλους. Aγαπούσε την Φρίντα
σιωπηρά, ως Παπατάτσι. Σε κανέναν μας δεν το είχε ομολογήσει, ούτε και στην ίδια.
Τώρα, χωρίς να καταλαβαίνουμε καλά καλά τι έπαθε και γιατί, τον μεταφέραμε σε
ένα διπλανό δωμάτιο με κρεβάτι, ξερον και σε κόμμα, σαν τον Χριστό στην αποκαθήλωση,
και ακροποδητί, να μη μας πάρουν μυρωδιά οι οικογένειες που νοίκιαζαν στα διπλανά
δωμάτια, αλλά και οι γέροι μου, που διακοπευαν και αυτοί εκεί, από κοντά, να μην του
λείψει του κανακάρη τους του Γούφα η καταπίεση η οικογενειακή και δεν ωριμάσει σωστά
η ψυχασθένειά του. Τον μεταφέραμε λοιπόν όπως ο Οδυσσέας , κατάσκοπος νυχτερινός μεσ’
το στρατόπεδο το Τρωικό θα μετέφερε στην πλάτη του Πάτροκλου το πτώμα, αν είχε γραφεί
διαφορετικά η Ιλιάδα.. Και φωνάξαμε τον γιατρό. Αυτός ήταν ο Σπύρος, ο δεύτερος που έχει
πλέον εξαφανιστεί μετά τον Παλάντζα, δια της μεθόδου του αποθανείν είπαμε αυτός, και
ήταν δευτεροετής στην ιατρική, άρα ο γιατρός. Ήτανε ο δεύτερος μετά τον Παλάντζα και
στην σοβαρότητα και την ολιγολογία, απλώς διέφερε διότι είχε το χιούμορ του κουμμουνιστή
[?] διανοούμενου της εποχής, κάτι ανάμεσα σε Βάρναλη και Ρίτσο δηλαδή. Τρίτος στην
σοβαρότητα ερχότανε ο Γκέτζ, και θα έβγαινε πρώτος, πιο μπροστά και από τον Παλάντζα,
αν δεν μας μίλαγε συνέχεια για γκόμενες και για ψολομουνίδια. Οι άλλοι δύο, Πετεφρής και
Γούφας, ήτανε από σοβαρότητα άστα να πάνε…Ο Πετεφρής είχε μια μεγαλοπρεπέστατη
μόνιμη αντι-σοβαροφάνεια, ο δε Γούφας συνδυασμός παλιάτσου, κλόουν και Καραγκιόζη
με ολίγην κουλτουροπασπαλιζασιόν, ως ακριβώς το μπούκοβο μεσ’ τον πατσά.
Ξαπλάραμε λοιπόν το πτώμα κλείσαμε και το φως μη μας χαμπαριάσουν οι διπλανοί και
στο ψυθιριστό προσπαθούσαμε να τον σώσουμε από την οξεία δηλητηρίαση του αλκοόλ.
Αυτός ο καργιόλης όλο το απόγεμα τσούκου τσούκου έπινε στα κρυφά στην υγεία της
Φρίντας και μόλις κατέβασε και την μπουκάλα μονορούφι ξεράθηκε. Μιά ώρα τον
παλεύαμε και τίποτα, παρέμενε ετοιμοθάνατος. Είχε ζέστη σκασμό, όλα κλειστά να μην
ακουγόμαστε, μείναμε με τα σώβρακα και καταϊδρωμένοι από την αγωνία, ώσπου εγώ
κάτι τον άκουσα να ψιθυρίζει, έβαλα αφτί, έλεγε ΦΡΙΝΤΑΑΑΑ…Ο ΚΑΠΝΟΣ ΚΑΝΕΙ ΦΙ,
Ο ΚΑΠΝΟΣ ΚΑΝΕΙ ΦΙΙΙ….. οπότε πέφτω πάνω του και τον αγκαλιάζω τον καψουροκαμένον,
αρχίζω να τον χαϊδεύω και να κάνω την Φρίντα, για να ηρεμίσει, και να του λέω, έλα
Βασίλη, είμαι η Φρίντα, σ’αγαπάω, ηρέμισε, η Φρίντα είμαι, και οι άλλοι τρεις όρθιοι μας
κοίταζαν και περίμεναν το θαύμα, γιατί, με το είμαι η Φρίντα που του έλεγα άρχιζε να
συνέρχεται. Και εκεί πάνω, ανοίγει την πόρτα η μάνα μου που μας έψαχνε, μας βλέπει
αγκαλιά ξεβράκωτους και να του λέω του Βασίλη πως είμαι η Φρίντα και να τον χαϊδολογάω
στα σκοτάδια μπρος στους άλλους τρεις, και τσακ! Πέφτει κι αυτή τέζα κόρδα λιγόθυμη.
Δεύτερος νεκρός. Αυτά που λέτε.
Τώρα στο διαταύτα, το συμπέρασμα λέω πως είναι το εξής. Από τους πέντε, οι δύο πλέον
σοβαροί εξηφανίσθησαν, ο μεσαίος σοβαρός κομμεντάρει και οι δύο ασόβαροι έχουνε blog,
ο ένας γράφει καθημερινώς Σοφίες και ο άλλος Σάχλες και δι αυτής της μεθόδου περνάν
τόσο καλά ώστε θα αργήσουν να εξαφανιστούν.
* Με τα λίκνια και τους μπλοκαραίους που περιτριγυρίζουν τον "ποιητή του παρόντος" Γούφα απόλαυσε να παίζει η reception. Καλά να πάθει όποιος της το ανέθεσε :)
Permalink για το "Μπακουρο-blogo-φιλοι ή το ελιξήριον της νεότητος"


